Πέμπτη 13 Δεκ, 2018 | Επικοινωνία
trans gif

«Τα παιδιά μου, μου μάζευαν τα κουτάλια. Ήθελα να πεθάνω, να λυτρωθούν»

Ντίνα Κλεάνθους  12/09/2018 06:51
«Τα παιδιά μου, μου μάζευαν τα κουτάλια. Ήθελα να πεθάνω, να λυτρωθούν»

«Τα παιδιά μου, μου μάζευαν τα κουτάλια. Ήθελα να πεθάνω, να λυτρωθούν»

Ντίνα Κλεάνθους  12/09/2018 06:51
Όλοι κοιτάζουν τα ανούσια και χάνουν την ουσία, αφήνοντας τους μόνους σε ένα αργό θάνατο. Αφήνοντας τους να νιώθουν νεκροί ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα πτώματα. Πολλοί δεν πόνεσαν, δεν το ένιωσαν, δεν το έζησαν… Άλλοι όμως το νιώθουν! Πονάνε, ζουν κάθε μέρα με αυτό, κάθε ώρα, κάθε λεπτό. Μέχρι που καταλήγουν στον γλυκό θάνατο της μοναδικής τους εμπειρίας. Και μετά όλοι ρωτάνε γιατί…    
 
Έτσι και η Αγγελική… «Νεκρή» για 18 χρόνια ανάμεσα σε χιλιάδες «πτώματα». Που παρακαλούσε να έρθει ο θάνατος όσο πιο γρήγορα γίνεται. Για να λυτρωθεί. Και αυτή και τα παιδιά της που υπέφεραν όπως υπέφερε η μάνα τους.  
 
Η Αγγελική… Έτσι συμφωνήσαμε να την φωνάζω για ευνόητους λόγους… αν και καμία σημασία δεν έχει το όνομα. Μια φίλη διαφορετική από τις άλλες. Ένας θετικός άνθρωπος, με ένα πλατύ χαμόγελο που δεν σε αφήνει να υποψιαστείς τι πέρασε. Η ιστορία της μου έμεινε χαραγμένη στο μυαλό. Όχι γιατί δεν άκουσα παρόμοια, αλλά γιατί τα δύσκολα παιδικά της χρόνια, χωρίς να το καταλάβει, επαναλήφθηκαν στα δικά της παιδιά, με διαφορετικούς παρονομαστές. 
 
«Τα παιδιά μου, μάζευαν τα κουτάλια από το τραπέζι και με εκλιπαρούσαν να μην πεθάνω, ενώ εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να ‘φύγω’ για τα γλυτώσω…».
 
Από πολύ μικρή ηλικία η Αγγελική «συστήθηκε» στα βαποράκια. Τα δύσκολα παιδικά της χρόνια και τα όσα βίωνε στην οικογένεια της, την οδήγησαν σε μια επανάσταση που έμελλε να ήταν η αρχή ενός εφιάλτη που κράτησε για χρόνια. Ένας εφιάλτης που δεν έλεγε να τελειώσει. Ένας εφιάλτης που την οδήγησε ένα βήμα πριν το θάνατο.  
 
«Ήταν ο ξεσηκωμός μου απέναντι στην οικογένεια μου. Ήπια για πρώτη φορά ουσίες μόνο για αντίδραση, αλλά αυτές οι ουσίες με βοηθήσανε να δώσω τη δική μου επανάσταση στο σπίτι. Να μην τους ακούω, να σταματήσω πλέον να υπομένω πράγματα και καταστάσεις…»
 
Για πρώτη φορά ένιωθε σημαντική. Οι ουσίες της ανέβασαν το ηθικό της. Ένιωθε ότι μετρούσε ως άτομο.  Ήταν στο επίκεντρο, κάτι που χωρίς τις ουσίες δεν ήταν, όπως μου είπε εξιστορώντας την ιστορία της. Και ας ήταν όλα αυτά μια ψεύτικη πραγματικότητα. Μια ψεύτικη πραγματικότητα που αναζητούσε ένα πληγωμένο παιδί. Ένας παιδί που αλλιώς τα περίμενε στη ζωή
του και αλλιώς ήρθαν…
 
«Οι ουσίες μου δίνανε πάρα πολύ κύρος. Μου σβήνανε οτιδήποτε αρνητικό είχα και δεν μπορούσα να ξεκολλήσω από αυτές. Η μια έφερνε την άλλη και δεν σταμάταγα. Ότι ουσία έπαιζε στην πιάτσα την δοκίμαζα. Δεν γινότανε να κυκλοφορεί ένα ναρκωτικό και να μην το δοκίμαζα ή να πω θα κάνω πίσω και δεν θέλω από αυτό. Όταν όμως ήπια ηρωίνη για πρώτη φορά υποτίμησα όλα τα άλλα που έπινα μέχρι εκείνη την στιγμή».  
 
Όταν έφερα τα παιδιά την κόσμο η Αγγελική, ήταν ήδη χρήστης σκληρών ναρκωτικών. Δεν μπορούσε να σταματήσει. Έπρεπε να πίνει καθημερινά γιατί είχε σωματικά στερητικά, όπως αναφέρει, ενώ έπινε πέντε έξι φορές την ημέρα για να μπορεί να σταθεί στα πόδια της. Τα παιδιά της υπέφεραν, όσο υπέφερε και αυτή. Έβλεπαν την μητέρα τους, όπως δεν θέλει κανένα παιδί να την δει. Την μάζευαν από τα πατώματα, της μάζευαν τα κουτάλια από το τραπέζι… Η Αγγελική σε κάποια στιγμή πάλευε για τη ζωή της και τα παιδιά της φώναζαν «μαμά μην πεθάνεις…»
 
«Έπινα 5-6 φορές την ημέρα. Για να μπορώ να είμαι καλά μαζί τους, να τα ταΐζω, να τα ντύνω…  Έρεπε να πίνω διαφορετικά δεν μπορούσα. Δεν μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι, είχα πάρα πολλά νεύρα. Έπρεπε να πιω να ηρεμήσω για να είμαι καλά μαζί τους. Και έπινα ακόμα πιο πολλά για να μπορέσω να αντέχω αυτό που έκανα στα παιδιά μου. Έβλεπα ότι υποφέρουνε και απλά αυτό που παρακαλούσα ήταν να πιώ και να πεθάνω για να γλιτώσουν και τα παιδιά από εμένα. Να λυτρωθώ και εγώ, να λυτρωθούν και αυτά. Όταν είσαι χρήστη, είσαι εγκλωβισμένος σε αυτά, δεν είσαι ο εαυτός σου. Θα μπορούσες χωρίς υπερβολή, να πας να σκοτώσεις κάποιοn για να βρεις τη δόση σου. Πολύ απλά και πολύ φυσιολογικά. Μπορείς να κάνεις το οτιδήποτε, να πουλήσεις να πουληθείς για να πιείς, να ηρεμήσεις έστω και λίγο».
 
Η Αγγελική προσπάθησε αρκετές φορές να ξεφύγει από τα ναρκωτικά, μα άπλωσε τόσο πολύ τα πλοκάμια της, που όποια προσπάθεια και να έκανε έπεφτε στο κενό. Μετά την γέννηση των παιδιών της προσπαθούσε ακόμη περισσότερα, αλλά μάταια. Μέχρι που της ανακοίνωσαν ότι θα έχανε τα παιδιά της και θα τα έπαιρναν οι αρμόδιες υπηρεσίες…
 
«Όσες προσπάθειες έκανα, τις έκανα για αυτά τα παιδιά. Αλλά ήταν άδικος κόπος. Μέχρι που κατέληξα σε ένα μέρος. Σε ένα πρόγραμμα που ήρθε από του πουθενά. Δεν είχα να χάσω κάτι. Ή θα έκανα κάτι ή θα τελείωνα. Και ο λόγος που το αποφάσισα ήταν γιατί θα μου έπαιρναν τα παιδιά. Αυτό με γονάτισε και είπα θα το ρισκάρω. Περίμενα ότι θα πεθάνω πίνοντας. Αυτό ήταν το δεδομένο στη ζωή μου. Σήμερα έχω κερδίσει την αξιοπρέπεια μου που είχα χάσει. Είμαι ελεύθερος άνθρωπος. Δεν χρειάζεται να πιω για να σηκωθώ από το κρεβάτι».
 
Και το πιο σημαντικό για την Αγγελική, σήμερα έχει φίλους που την αποδέχονται όπως είναι και την αγαπάνε χωρίς να πρέπει να κάνει χρήση. Έχει τα παιδιά της και ζει την κάθε στιγμή με αυτά και δεν θα άλλαζε ούτε μια μέρα με ουσίες.
«Εγώ ήθελα να πεθάνω τους ζήλευα γιατί ήταν λύτρωση ο θάνατος. Είχα πιάσει πάτο. Οι ουσίες σου καλύπτουν ένα κενό εκείνη την ώρα. Και ξαφνικά ξυπνάς ένα πρωί και είσαι εγκλωβισμένος».
 
Η Αγγελική σήμερα, χωρίς να κρύβει την ιστορία της, προσπαθεί να στείλει τα δικά της μηνύματα, μέσα από βιβλίο που έχει γράψει, σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που βρίσκονται σε αυτόν τον κυκεώνα και να αποτρέψει άλλους τόσους να «ξεφύγουν» σε αυτόν τον δύσβατο δρόμο που μπορεί να μην έχει επιστροφή αλλά να αποτελέσει η ταφόπλακα τους.
 
«Έφθασα στο σημείο να νιώθω νεκρή ανάμεσα στους ζωντανούς. Έπινα 6-7 φορές την ημέρα, όχι για να φτιάχνομαι όπως παλιά, αλλά για να μπορώ να περπατάω. Υπέφερα, τρελαινόμουν.  Όλοι μου γυρνούσαν την πλάτη και με έφτυναν για την κατάντια μου. Δεν άντεχα άλλο. Όλες οι προσπάθειες μου να τα κόψω, αποτυχημένες.
 
Όλες οι ελπίδες για να σωθώ, έσβηναν. Έψαχνα την λύτρωση μέσα από τον θάνατο. Τον τρόπο τον ήξερα, όμως μέχρι την τελευταία στιγμή παρακαλούσα να ξυπνήσω και να είναι όλα ένας εφιάλτης… Πονάω αφόρητα. Ποιο είναι αυτό το σκοτεινό τούνελ που βρίσκομαι; Δεν μου αρέσει αυτό που ζω, αλλιώς τα είχα μάθει και διαφορετικά μου τα περιγράψανε.
 
Κανείς δεν μου μίλησε ποτέ για αυτό. Θέλω να φύγω, να βγω από εδώ μέσα. Δεν αντέχω τις αλυσίδες, που μου βαραίνουν το κορμί και το βουλιάζουν. Δεν υπάρχει κανένα φως, καμιά διέξοδος; Πώς μπλέχτηκα έτσι Θεέ μου; Από πού να ξεφύγω; Βοήθα με… Φωνάζω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Δεν με ακούει κανείς εκεί έξω;
 
Βοηθήστε με, δώστε μου ένα χέρι να πιαστώ. Πώς έχτισα έτσι τον τάφο μου και μπήκα μέσα χωρίς να το καταλάβω; Δεν υπάρχει κανείς να με τραβήξει και να με βγάλει από εδώ;  Δεν αντέχω άλλο αυτή την απαίσια μυρωδιά της σαπίλας και του θανάτου, θέλω να βγω, να ξεφύγω.  Ας μου δείξει κάποιος την έξοδο και θα βρω τον τρόπο να σπάσω τις αλυσίδες για να αγωνιστώ και να βγω απ' εδώ μέσα. Θα φύγω από τον βούρκο που με τραβάει όλο και πιο κάτω. Νιώθω τον θάνατο σε απόσταση αναπνοής και φοβάμαι πολύ. Τρέμω. Δεν θέλω να πεθάνω. Όσο και να προσπαθώ μόνη μου, σε αδιέξοδο καταλήγω. Έλεος. Ας μου απλώσει κάποιος το χέρι, δεν αντέχω άλλο. Βοήθεια» (απόσπασμα από το βιβλίο της Αγγελικής).
 
Διαβάστε επίσης στις ΔΟΣΕΙΣ... αλήθειας 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
 
Πίσω στην αρχή της σελίδας