Κυριακή 20 Σεπ, 2020 | Επικοινωνία
trans gif

«Ήμασταν 18 χρονών κοπελλούθκια… Οι Τούρκοι εβάλλαν από στεριά και θάλασσα»

  15/08/2020 06:57
«Ήμασταν 18 χρονών κοπελλούθκια… Οι Τούρκοι εβάλλαν από στεριά και θάλασσα»

«Ήμασταν 18 χρονών κοπελλούθκια… Οι Τούρκοι εβάλλαν από στεριά και θάλασσα»

  15/08/2020 06:57

«Ήμασταν 18-19 χρονών κοπελλούθκια. Ούτε αυτοκίνητο εν ηξέραμε…». Μία φράση που κρύβει όλη την αλήθεια του πολέμου του 1974…
 
Οι πλείστοι που πολέμησαν υπέρ της πατρίδας ήταν νέοι, που μόλις είχαν τελειώσει το σχολείο. Κλήθηκαν στο καθήκον χωρίς να γνωρίζουν τα βασικά. Παρόλα αυτά, δεν κρύφτηκαν. Πήραν τα όπλα και στάθηκαν απέναντι στους Τούρκους εισβολείς, συμβάλλοντας με το δικό τους τρόπο στον αγώνα.
 
Ο Μίκης Χαραλάμπους και ο Λεωνίδας Λεωνίδου ήταν δύο νεαροί στρατιώτες, συμμαθητές από το σχολείο, υπηρετούσαν στο 361 Τάγμα Πεζικού, όταν έγινε η εισβολή τον Ιούλιο. Ο Λεωνίδας βρισκόταν στον πρώτο λόχο, ενώ ο Μίκης στον τρίτο. Οι δύο τους βρίσκονταν στην περιοχή της Μιας Μηλιάς, όταν ξεκίνησαν τις επιχειρήσεις οι Τούρκοι. Στις 23 Ιουλίου οπισθοχώρησαν και έφτασαν στην Αγλαντζιά για ανασυγκρότηση.
 
Η διμοιρία τους κατέληξε στον Παχύαμμο, όταν έγινε η δεύτερη εισβολή. Στις 14 Αυγούστου δέχονταν πυρά από όλες τις κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα να τρέχουν να σωθούν… Οι απώλειες, όμως ήταν πολλές…
 
Για μέρες περιπλανιόνταν σε χωριά άγνωστα για εκείνους, μέχρι να βρουν τους υπόλοιπους του τάγματος, στις ελεύθερες περιοχές. Οι Τούρκοι τους έστησαν καρτέρι πολλές φορές, όμως κατάφεραν να γλυτώσουν. Επιστρέφουν στο μυαλό τους στην Ακανθού, όπου γνώρισαν ένα βοσκό με έξι παιδιά, ο οποίος δεν δίστασε να τους βοηθήσει και να τους δώσει ένα πιάτο φαγητό.
 
Η μάχη στον Κουτσοβέντη
Οι δύο φίλοι πάνε πίσω και θυμούνται τα γεγονότα της εισβολής, λες και συνέβησαν χθες. Την ιστορία αρχίζει να τη διηγείται ο Λεωνίδας.
 
«Η έδρα του τάγματος, με το λόχο διοικήσεως και το λόχο υποστηρίξεως ήταν στο Συγχαρί. Ο πρώτος λόχος ήταν στο Δίκομο με φυλάκια, ο δεύτερος λόχος ήταν στην Αλονάγρα, πάλι σε φυλάκιο και ο τρίτος λόχος ήταν στο Άγιο Σάββα, με φυλάκια μέχρι τη Μια Μηλιά. Ξεκινήσαν οι επιχειρήσεις στις 20 Ιουλίου και μέχρι τις 23 Ιουλίου κρατήσαμε στην περιοχή μας. Στις 23 οπισθοχωρήσαμε και πήγαμε για ανασυγκρότηση στην Αγλαντζιά. Εκεί είχε δημιουργηθεί και μία διμοιρία αναγνωρίσεως που ήθελαν από το ΓΕΕΦ, για να πάμε να δούμε που ήταν οι Τούρκοι.
 
Εκείνη η διμοιρία, πήγε στον Κουτσοβέντη. Κατεβήκαμε στην περιοχή, έγινε μάχη με τους Τούρκους, χάσαμε άτομα. Αλλά ίσως να έγινε για καλό αυτή η μάχη εκεί στον Κουτσοβέντη, επειδή έτσι συγκρατήσαμε τις τουρκικές δυνάμεις και δεν εφτάσαν να μπουν στην Κυθρέα. Αν εμπαίναν στην Κυθρέα θα την διέλυσαν, επειδή ήταν μόνο γυναικόπαιδα.
 
Στη συνέχεια πήγαμε στο Νέο χωριό της Κυθρέας και μείναμε εκεί από τις 24 Ιουλίου μέχρι τις 28 Ιουλίου. Από εκεί αναθέσαν μας να πάμε στην Κλεπίνη να αντικαταστήσουμε το 241 ΤΠ. Πήγαμε τρεις-τέσσερις μέρες πιο νωρίς για να κάνουμε αναγνωρίσεις και εγκατασταθήκαμε στην περιοχή στις 12 Αυγούστου τη νύχτα. Στις 13 Αυγούστου κάναμε την αμυντική μας οργάνωση και στις 14 Αυγούστου μας βρήκε η δεύτερη εισβολή στον Παχύαμμο. Η διάταξη μας ήταν, ξεκινώντας από την παραλία, ο τρίτος λόχος που ήμασταν εμείς, μετά ο δεύτερος λόχος και μετά ήταν ο πρώτος λόχος πάνω στην Κλεπίνη. Ο λόχος διοικήσεως με το λόχο υποστηρίξεως ήταν λίγο πιο πίσω».
 
Η δεύτερη εισβολή και τα χτυπήματα από παντού
«Με το ξημέρωμα της 14ης Αυγούστου μας χτυπούσε η αεροπορεία, τα αντιτορπιλικά από τη θάλασσα, οι όλμοι από τα σπίτια της Ρήγαινας και στη συνέχεια ερίχναν μας από τα πυροβόλα τους και από τον Άγιο Επίκτητο, που ήταν τα άρματα μαζεμένα. Σε κάποια φάση βρεθήκαμε να είμαστε μόνοι μας στην περιοχή.
 
Ο διοικητής του λόχου μας ήταν έφεδρος ανθυπολοχαγός, ο Κυριάκος Παντελίδης. Μιλήσαμε στον ασύρματο και είπε μου “ρε Λεωνίδα, κοίταξε να δεις, εν έχουμε επαφή με την έδρα του τάγματος. Κοίταξε αν έχει πρόβλημα ο ασύρματος μας, επικοινώνα με την 32”. Η μοίρα 32 ήταν πίσω από εμάς, επήα στην περιοχή να δω, αλλά εν ήβρα κανένα. Είχε φύει η 32 και εμείς ήμασταν ακόμα στην περιοχή. Ενημέρωσα τον Παντελίδη για το τι συνέβαινε και ότι εν είχαμε καθόλου επαφή.
 
Οι Τούρκοι ξεκινήσαν και έρχονταν από την περιοχή του Αγίου Επικτήτου της Κερύνειας με άρματα και πεζικό. Εμείς εβάλλαμε, εβλέπαμε τους να πέφτουν κάτω οι Τούρκοι στρατιώτες, αλλά οι άλλοι εσυνεχίζαν κανονικά, με τα όπλα στους ώμους.
 
Από την παραλία μας είχαν διαλύσει επειδή χτυπούσαν τα πλοία, οπόταν έδωσε διαταγή ο Παντελίδης να συμπτυχθούμε και να πάμε προς τα υψώματα της Κλεπίνης, που ξέραμε πως ήταν οι δικοί μας. Αυτό έγινε γύρω στο μεσημέρι. Όταν φτάσαμε στις παρυφές της Κλεπίνης, είδαμε κίνηση προς τα πάνω και φωνάξαμε. Με το που φωνάξαμε, όμως, άρχισαν και εβάλλαν εναντίον μας. Ήδη, οι Τούρκοι ήταν πάνω και άρχισαν να μας βάλλουν. Εμείς που ήμασταν πιο κάτω αρχίσαμε να φεύγουμε αριστερά προς την Ακανθού. Τραπήκαμε σε άτακτο φυγή. Εκεί είχαμε και αγνοούμενους και θύματα».
 
Εκεί οι δύο φίλοι χωρίστηκαν και συναντήθηκαν λίγες ώρες αργότερα.
 
«Προχωρήσαμε και λουφάξαμε κάπου για να δούμε τι θα κάνουμε. Το επόμενο χωριό ήταν τουρκοκυπριακό, βρήκαμε κάτι στάβλους και μπήκαμε μέσα. Στις 15 Αυγούστου το πρωί φτάσαμε πάνω από την Κυθρέα. Φτάσαμε στον Πενταδάκτυλο και βλέπαμε την Κυθρέα από κάτω.
 
Εκεί είδαμε ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από κάτω και το σταματήσαμε. Μας ρώτησε που πάμε, του είπαμε ότι θέλαμε να πάμε στην Κυθρέα τζιαι είπε μας “μην πάτε. Έσπασε η γραμμή της Μιας Μηλιάς και τα άρματα κινούνται στη γραμμή της Αμμοχώστου”. Οπότε εστραφήκαμε πίσω από εκεί και επιάσαμε το δρόμο για να πάμε προς Καλογρέα.
 
Τζίνη την ώρα επερνούσε ένα φορτηγό. Μέσα ήταν ένας χωριανός, ο Κωστής Καδής. Μπήκαμε μέσα και επροχωρήσαμε. Πιάσαμε τον δρόμο προς Καλογραία και έξω από τον Άγιο Αμβρόσιο βρήκαμε τον Μίκη. Πήγαμε παραλιακά και εφτάσαμε στην Ακανθού. Οι κάτοικοι δεν είχαν φύει ακόμα, υπήρχαν περίπου 3,000 άτομα εκεί».
 
Γεμάτη με στρατιώτες η Ακανθού
«Όταν επήγαμε, είδαμε ότι έχει πολύ στρατό στην Ακανθού. όσοι εγλυτώσαν δικοί μας, έφυγαν από τον Παχύαμμο και επήαν Ακανθού. Κατέληξαν όλοι εκεί επειδή υπήρχαν φάρμες, ήμασταν νηστικοί, άποτοι και επίσης πήγαμε εκεί επειδή θα γυρίζαμε και θα επιστρέφαμε κάτω από τη Δεκέλεια. Έμαθαν ότι έσπασε η γραμμή της Μιας Μηλιάς και οι Τούρκοι πήγαιναν προς το Βαρώσι.
 
Ενημέρωσα όλους εκεί ότι θα πάω στα γύρω χωρκά να δω αν έχει κόσμο. Ήταν ο Δαυλός και το Φλαμούδι. Είχε πολύ στρατό και σε αυτά τα χωριά. Εστράφηκα πίσω και τους το είπα. Η ομάδα η δική μας, που ήμασταν έξι άτομα, πήραμε προμήθειες, στραφήκαμε και ήρθαμε έξω από το χωριό προς τον Άγιο Αμβρόσιο, προς Καλογραία, στα υψώματα έξω από το χωρκό. Είχε δύο χωρκανούς εκεί που ήταν τρομερά φιλόξενοι. Ο ένας είχε έξι κόρες. Μας έφερναν και ψωμί και χαλλούμια. Δεν θέλαμε να μείνουμε στην Ακανθού. Μείναμε εκεί μέχρι τις 22 Αυγούστου.
 
Στις 22 μπήκαν οι Τούρκοι στο χωρκό και φωνάζαν τα ονόματά μας. Εμείς είχαμε δώσει ονομαστική κατάσταση όταν πρωτοπήγαμε στο χωριό και τη δώσαμε στον Ερυθρό Σταυρό. Οι Τούρκοι, όταν ήρθαν εφωνάζαν τα ονόματα μας. Εδώκαν τους τα οι ειρηνευτές».
 
Η φυγή και η απόφαση για επιστροφή
«Εμείς αποφασίσαμε να φύουμε προς τον Πενταδάκτυλο και να περάσουμε το βουνό. Αποφασίζαμε να λουφάζουμε την ημέρα και να περπατούμε την νύχτα, επειδή ήταν δύσκολο να περπατούμε με το φως της μέρας. Η πρώτη μας νύχτα που περπατήσαμε ήταν στις 23 προς τις 24 Αυγούστου. Από τη Μια Μηλιά είχαν προχωρήσει οι Τούρκοι και εκινηθήκαν παντού. Εμείς κινηθήκαμε πέντε νύχτες για να περάσουμε. Περάσαμε ξημερώματα 27 προς 28 και φτάσαμε στο παλιό στρατόπεδο των καταδρομών στην Τύμπου.
 
Την τελευταία νύχτα εφτάσαμε στα τούρκικα χωρκά Πέκιουγιου και Επίχοση. Εκεί διασταυρώσαμε το δρόμο και περάσαμε. Ο μικρότερος έλεγχος που μπορούσε να υπάρχει ήταν μεταξύ τω δύο τουρκοκυπριακών χωρκών. Αν επερνούσαμε δεξιά ή αριστερά τους, θα ήταν παραπάνω ο έλεγχος. Περάσαμε διαμέσου των δύο χωρκών, μέσα που τα μποστάνια. Ελουφάζαμε εκεί επειδή κάθε λίγο υπήρχαν αυτοκίνητα και εβάζαν προβολείς για να δουν αν υπήρχε κάποιος εκεί.
 
Επεράσαμε το δρόμο της Αμμοχώστου και εδώκαμε μέσα στον Πηθκιά και πρέπει να τον επεράσαμε δκύο-τρεις φορές λόγω του μήκους του. Όπως επροχωρούσαμε, ακούαμε τα πεζούνια που επετούσαν και που την κίνηση, εμείς εππέφταμε χαμέ. Ακούαμε το τίναγμα των φτερών τους και ενομίζαμε ήταν Τούρκοι.
 
Κάναμε πέντε ημέρες να επιστρέψουμε. Παραλίγο να μπούμε σε στρατόπεδο, που νομίζαμε ότι ήταν υπό τη δική μας διοίκηση, αλλά είδαμε σύρματα να έρχονται από την περιοχή που ήταν υπό τον έλεγχο των Τούρκων. Οπότε αποφύγαμε το στρατόπεδο και φτάσαμε στην Αγλαντζιά, όπου υπήρχαν φυλάκια. Οι δικοί μας, παραλίγο να μας σκοτώσουν επειδή ήρθαμε νύχτα και μας πέρασαν για Τούρκους.
 
«Ήμασταν 18-19 χρονών κοπελλούθκια»
«Εμείς ήμασταν 18-19 χρονών κοπελλούθκια, εν έτυχε να πολεμήσουμε ποτέ. Υπήρχε και η ασυνεννοησία, εν ενημέρωνε κανένας τι εγίνετουν, τα ράδια επαραπληροφορούσαν, άλλα ελέαν, άλλα εγίνουνταν.
 
Στην Ακανθού, όσοι στρατιώτες βρίσκονταν εκεί, πιάστηκαν αιχμάλωτοι και μεταφέρθηκαν στην Τουρκία. Οι άλλοι είναι οι αγνοούμενοι που τους βρίσκουμε κατά καιρούς και τους θάβουμε».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας