Πέμπτη 27 Φεβ, 2020 | Επικοινωνία
trans gif

Η διαχρονική φιγούρα της Λήδρας-«Κάποτε πουλούσαμε τρικά για 55 λίρες…»

Γιώργος Χατζηπαναγή  26/01/2020 15:40
 Η διαχρονική φιγούρα της Λήδρας-«Κάποτε πουλούσαμε τρικά για 55 λίρες…»

Η διαχρονική φιγούρα της Λήδρας-«Κάποτε πουλούσαμε τρικά για 55 λίρες…»

Γιώργος Χατζηπαναγή  26/01/2020 15:40

Οι καφετέριες είναι γεμάτες. Τα εστιατόρια το ίδιο, όπως και τα μεγάλα μαγαζιά. Κόσμος πάει και έρχεται. Χαζεύει τις βιτρίνες και μπαίνει στα μεγάλα καταστήματα.  Η Λήδρας σφύζει από ζωή. Ανέκαθεν έσφυζε, άλλωστε. Μα το DNA της άλλαξε.

Όταν άνοιγε το κατάστημά του πριν 38 χρόνια, δεν υπήρχαν τόσες καφετέρειες, ούτε τόσα εστιατόρια. Τότε η Λήδρας, ήταν το παζάρι. Ο κόσμος έσπευδε για να ψωνίσει από τους πραματευτές και τα μαγαζάκια.

Τα χρόνια όμως, πέρασαν… Οι εποχές άλλαξαν, όπως άλλαξε και ολόκληρη η περιοχή. Τα μικρά μαγαζιά άρχισαν να κλείνουν το ένα μετά το άλλο και τη θέση τους πήραν οι καφετέριες και τα φαγάδικα.

Ένας από τους τελευταίους παλαιούς ιδιοκτήτες μαγαζιών ρούχων στην παλιά Λευκωσία, είναι ο 68χρονος Γιώργος Τζιωρτζής. Το διατηρεί, εδώ και 38 ολόκληρα χρόνια.


Ο κ. Γιώργος, που κατάγεται από τη Λευκωσία, σπούδασε γεωπόνος στις αρχές της δεκαετίας του ’70 στην Ελλάδα και στη συνέχεια επέστρεψε στην Κύπρο.

«Είχα δουλέψει στις πατάτες, στα σταφύλια και μετά, επειδή μου αρέσουν οι επιχειρήσεις, έψαχνα κάτι πιο μόνιμο και αποφάσισα να φτιάξω το δικό μου μαγαζί με ρούχα».

Τη μεγάλη απόφαση την πήρε το 1981, όταν αγόρασε το μαγαζί από τον ηθοποιό Κώστα Παπαμαρκίδη.
 
«Ο ηθοποιός είχε πριν το μισό. Το αγόρασα, αγόρασα και το δίπλα και τα ένωσα. Έτσι άρχισα σιγά σιγά, να δουλεύω και να πουλώ τα ρούχα μου».
 
Η αλλαγή του εμπορικού χάρτη
Από έναν άνθρωπο που έζησε την παλιά Λευκωσία σε άλλες εποχές, μπορείς να μάθεις πολλά. 
 
«Ο εμπορικός χάρτης της περιοχής, έχει αλλάξει. Παλιά οι πελάτες έμπαιναν σε ένα μαγαζί, μετά σε ένα άλλο και μετά σε ένα άλλο και μετά μπορεί να επέστρεφαν. Σήμερα αυτό δεν υπάρχει».

Όπως εξηγεί, ο πελάτης σήμερα, πάει εκεί όπου θα βρει όλα όσα χρειάζεται μαζεμένα.

«Αν δεν το βρει σε σένα θα πάει κάπου αλλού… Σήμερα δουλεύουμε κυρίως με αλλοδαπούς, αφού είναι φτηνά τα προϊόντα μας. Παλιά δεν υπήρχαν μεγάλα καταστήματα, πολυκαταστήματα κ.λπ. Ο κόσμος ερχόταν κάτω και ψώνιζε εδώ. Πουλούσαμε τρικά 55 λίρες. Σήμερα, αναγκαζόμαστε να φέρνουμε πιο φθηνά ρούχα για να ανταποκρίνονται στο καταναλωτικό κοινό που εξυπηρετούμε».

Παραδέχεται εξάλλου, ότι όλα αλλάζουν ανάλογα με τους πελάτες…
«Είχα και μαγαζί στο Στρόβολο παλιά και συγκεκριμένα στη Σταυρού. Υπήρχε περίοδος που η Σταυρού ήταν στο απόγειο της. Μετά άνοιξαν τα πολυκαταστήματα και ο κόσμος επέλεξε να πηγαίνει σε αυτά. Ο κόσμος είναι μετακινούμενος». 

«Άλλο το μικρομάγαζο...»
Θέλοντας να συγκρίνει τη δουλειά που γίνεται σε ένα μικρομάγαζο, με ένα πολυκατάστημα, ανέφερε ότι η μεγαλύτερη διαφορά έγκειται στην προσέγγιση των πελατών. 

«Από τη μια στα πολυκαταστήματα μπορούν να παρκάρουν, να βάλουν τα παιδιά να παίξουν σε παιχνιδότοπο και να ψωνίσουν. Υπάρχει όμως και η ψυχολογία στη μέση. Αλλιώς είναι να πας να περπατήσεις με τον κόσμο στην παλιά Λευκωσία, να συγκρίνεις ανθρώπους και διαφορετικό να πας σε μεγάλα μαγαζιά. Τα μεγάλα μαγαζιά είναι απρόσωπα».
Η αλλαγή στο DNA της ευρύτερης περιοχής, οφείλεται και στο γεγονός ότι μετατράπηκαν τα μαγαζιά ένδυσης και υπόδησης, σε καφέ και φαγάδικα.

«Δεν θα έρθει εδώ πολύς κόσμος πλέον, να συγκρίνει μεταξύ των καταστημάτων και να ψωνίσει, αλλά θα έρθει για φαγητό. Επιλέγουν να πάνε αλλού για ψώνια».
 
Στα απρόσωπα, κατά την έκφραση του, μαγαζιά, ο πελάτης θα μπει μέσα να δει και δεν θα τον ενοχλήσει κανένας.
«Στο μικρό θα μπεις θα σε ρωτήσει κάποιος αν θέλεις κάτι. Ο μαγαζάτορας θα σου πει αν θες κάτι. Αλλά ο κόσμος, λειτουργεί με την τακτική ο χρόνος είναι χρήμα και θέλει να τα βρίσκει όλα μαζεμένα. Πάει και τα βρίσκει όλα, ψωνίζει και φεύγει».

Όταν τον ακούς νιώθεις ότι μιλά για την αλλαγή στο DNA του καταναλωτή με απογοήτευση, ωστόσο, όταν του το επισημάνεις, λέει πως δεν νιώθει απογοήτευση, αλλά είναι ρεαλιστής.

«Οι νέοι θέλουν να έχουν εγγυημένο μισθό και ωράρια»

Στα 68 του χρόνια, έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί, ωστόσο δεν το λέει η καρδιά του να αποχωριστεί το μαγαζί του, αφού δεν υπάρχει τουλάχιστον προς το παρόν κάποιος από την οικογένεια να το αναλάβει.

«Θα ήθελα να συνεχίσει κάποιος να κρατά ζωντανό το μαγαζί. Εμένα τα τρία παιδιά μου τράβηξαν άλλους δρόμους. Κάνουν άλλα επαγγέλματα. Εξάλλου, όπως έδειξαν τα πράγματα δεν μπορείς να προτρέψεις κάποιον να αναλάβει μικρές επιχειρήσεις, όπως η δική μας, γιατί δεν είναι βιώσιμες πλέον. Μην βλέπετε εμάς τους παλιούς, που ξέρουμε την νοοτροπία και λίγο πολύ αντιδρούμε διαφορετικά. Ο νέος λέει, “εγώ θέλω να έρθω να έχω αυτό το εισόδημα, να έχω αυτές τις ώρες”. Εγώ δουλεύω συνέχεια και Σάββατα και Κυριακές από το πρωί μέχρι το βράδυ».
 
Διερωτήθηκε δε ποιος νεαρός θα πάει να αναλάβει το μαγαζί του.
«Κι άλλοι ιδιοκτήτες εδώ ήθελαν να δώσουν την επιχείρηση στα παιδιά τους, αλλά δεν τους προτρέπουν να το κάνουν, γιατί τα κέρδη μας είναι μηδαμινά. Είτε θα το πουλήσω είτε θα το πάρει, αν βρεθεί κάποιος από την οικογένεια».

Παρά τα σκαμπανεβάσματα που έχει η περιοχή, δεν σκέφτηκε ποτέ να κλείσει το μαγαζί.

«Κάποτε θα γίνει και αυτό. Ή μια αρρώστια ή τα χρόνια, σίγουρα σε κάποια στιγμή θα αναγκαστώ να φύγω», καταλήγει.

Όπως τον κ. Γιώργο υπάρχουν και άλλοι καταστηματάρχες στη Λήδρας, οι οποίοι παλεύουν για να κρατήσουν στη «ζωή» τα μαγαζιά τους. 

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας