Πέμπτη 27 Φεβ, 2020 | Επικοινωνία
trans gif

«Στέλιο ήρθαμε να σε απελευθερώσουμε μην φοβάσαι, βγες έξω, είμαστε Έλληνες»

Μιχάλης Πολυδώρου  15/01/2020 07:17
«Στέλιο ήρθαμε να σε απελευθερώσουμε μην φοβάσαι, βγες έξω, είμαστε Έλληνες»

«Στέλιο ήρθαμε να σε απελευθερώσουμε μην φοβάσαι, βγες έξω, είμαστε Έλληνες»

Μιχάλης Πολυδώρου  15/01/2020 07:17
Στην τελευταία του κατοικία οδηγείται σήμερα ο Στέλιος Γρηγοράκης, η ιστορία του οποίου συγκλόνισε το Πανελλήνιο ένα χρόνο μετά την τουρκική εισβολή.
 
Ο Γρηγοράκης ήταν Ελλαδίτης, από τα Χανιά της Κρήτης και η μοίρα τον έφερε στην Κύπρο για να υπηρετήσει στην ΕΛΔΥΚ την δεκαετία του 1960. Ο έρωτας, ωστόσο, τον κράτησε στο νησί, αφού εδώ βρήκε την εκλεκτή της καρδιάς του, στην Αγία Τριάδα του Ριζοκαρπάσου.
 
Στις πέντε Σεπτεμβρίου του 1974, ο Γρηγοράκης πιάστηκε αιχμάλωτος. Λίγες μέρες μετά και μετά από βασανιστήρια, κατάφερε να αποδράσει και για ένα περίπου χρόνο έζησε μόνος, μέσα σε μια σπηλιά στα κατεχόμενα.
 
Η κηδεία του θα τελεστεί σήμερα στις 13:00 το μεσημέρι, από τον Ιερό Ναό Αποστόλου Βαρνάβα στον συνοικισμό Αγίου Ιωάννη στην Λεμεσό. Η οικογένεια επιθυμεί αντί στεφάνων να γίνονται εισφορές για τους νεφροπαθείς.
 
 
Απέδρασε από τους Τούρκους, κρυβόταν στην σπηλιά 
Ο Τύπος της εποχής κάλυψε με εκτενή ρεπορτάζ την συγκλονιστική ιστορία του Ελλαδίτη αιχμαλώτου και φιλοξένησε δηλώσεις, τόσο του ιδίου όσο και του Γλαύκου Κληρίδη, που μαζί με τον Ραουφ Ντεντκάς, πρωταγωνίστησαν στην ιστορία.
 
Πάνω από την σπηλιά που κρυβόταν ο αγνοούμενος Στέλιος Γρηγοράκης, ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Αγνοουμένων, Ανδράς Ματσουκάρης, φώναζε συνεχώς και τον καλούσε να βγει. Κάτω στα πόδια του, μέσα σε μια σπηλιά καμουφλαρισμένη πλήρως, ο Στέλιος κρατούσε την αναπνοή του. Τον έπιασε φόβος.
 
Οι φωνές ακούγονταν πιο δυνατές τώρα και πιο πειστικές. «Στέλιο ήρθαμε να σε απελευθερώσουμε μην φοβάσαι, βγες έξω, είμαστε Έλληνες». Ο αγνοούμενος, από τις 4 Σεπτεμβρίου, Στέλιος Γρηγοράκης 21 χρονών από τα Χανιά της Κρήτης, προχώρησε στο άνοιγμα της σπηλιάς και κοίταξε έξω.
 
Είδε τους ανθρώπους του Ερυθρού Σταυρού με τα σήματα στα στήθη και βγήκε. «Εντάξει, εντάξει», ακούστηκε η φωνή του Στέλιου.
 
Χρειάστηκε να βγει τελείως από την σπηλιά για να τον αντιληφθούν. «Μην φοβάσαι Στέλιο, είμαστε της Επιτροπής Απελευθερώσεως Αγνοουμένων. Σώθηκες τώρα», είπε Ματσουκάρης στον Στέλιο, που ακόμα κοιτούσε αμήχανα.
 
«Δοξάζω τον Θεό που σώθηκα», ήταν οι πρώτες λέξεις του Γρηγοράκη, που με δάκρυα στα μάτια ευχαριστούσε όλους όσους ήρθαν να τον βρουν.
«Βρε μπερμπάντη σε ελευθερώσαμε»
Το σπήλαιο, ήταν φυσικό, σε μια σχισμή του βουνού, με χαλασμένους βράχους. Μέσα στην σπηλιά ήταν ένα αχυρένιο στρώμα, δυο κουβέρτες και λίγα τρόφιμα.
 
Στη σπηλιά έφθασαν με τον κ. Ματσουκάρη, ο Γλαύκος Κληρίδης και ο Διευθυντής του Ερυθρού Σταυρού στην Κύπρο. Ο Ντενκτάς δεν πήγε στη σπηλιά, όπως συμφωνήθηκε αρχικά, αλλά έμεινε κοντά στο αυτοκίνητο που βρισκόταν πιο κάτω.
 
Μόλις έφθασαν στο αυτοκίνητο, ο Ντενκτάς είπε στον Στέλιο: «Βρε μπερμπάντη σε ελευθερώσαμε».
Ο τσιγάρος είναι προδότης
Ο Γρηγοράκης ήταν ρακένδυτος. Χωρίς παπούτσια, με σχισμένα ρούχα, με μεγάλη γενιάδα. Χρησιμοποιούσε δύο κομμάτια από σακούλα για παπούτσια, ωστόσο φαινόταν υγιής.
 
Ο Γρηγοράκης, που ήταν νυμφευμένος με Κύπρια, πατέρας ενός παιδιού που κατοικούσε στην Καρπασία, μεταφέρθηκε στις ελεύθερες περιοχές, με τον επίσης αγνοούμενο που κρατείτο στο Σερράγιο, Χαράλαμπο Μοσχοβιά, 45 ετών από την Άχνα.
 
Μιλώντας σε συντάκτη της εφημερίδας των Νέων, ο Στέλιος Γρηγοράκης είπε: «Με συνέλαβαν οι Τούρκοι εισβολείς, στις 4 Σεπτεμβρίου 1974, από το σπίτι μου. Ήταν στη Γιαλούσα και με μετέφεραν στο στρατόπεδο των Ακρόδων. Ύστερα από συνεχείς ανακρίσεις με έκλεισαν σε ένα κελί όπου με φρουρούσαν πολλοί Τούρκοι ένοπλοι. Στις 8 Σεπτεμβρίου, αφού μελέτησα καλά το σχέδιο μου, το έθεσα σε εφαρμογή. Γύρω στις πέντε το απόγευμα έβγαλα ένα τσίγκο της στέγης και βρέθηκα στην οροφή. Από εκεί, πήρα τα συρματοπλέγματα και τα έσκισα. Έφτασα στο Λεονάρισσο, μπήκα σε ένα σπίτι Ελληνικό, όπου μου πρόσφεραν νερό και μου έδειξαν τον δρόμο προς την Κώμα του Γιαλού. Και από τότε βρήκα το σπήλαιο. Έμενα στο σπήλαιο συνεχώς. Έβγαινα μόνο για τρόφιμα και νερό και μόνο την νύχτα. Πολλές φορές κινδύνευσα να με συλλάβουν. Τρεις φορές έκαναν έρευνες και πέρασαν πάνω από τη σπηλιά, χωρίς να αντιληφθούν οτιδήποτε. Σε δύο άλλες περιπτώσεις μπήκε στη σπηλιά φίδι. Την μια το σκότωσα, ενώ το άλλο έφυγε αφού του πέταξα πέτρες.
 
Πρόσφατα ακόμα με αντελήφθησαν Τούρκοι στρατιώτες στην Κώμα του Γιαλού και με πολλή δυσκολία κατόρθωσα να κρυφτώ και να φύγω. Είναι πολλές οι περιπτώσεις που έφυγα έρποντας στη σπηλιά για να μην με αντιληφθούν οι Τούρκοι. 
 
Αναγκάστηκα να σταματήσω το κάπνισμα, παρόλο ότι είμαι καπνιστής, για να μην μυρίζει η περιοχή και να με ανακαλύψουν. Ουδέποτε έβγαινα από την σπηλιά, παρά μόνο τη νύκτα και όταν χρειαζόταν. Δηλαδή κάθε 15 με 20 ημέρες, για να πάω στο χωριό να κλέψω φαγητά και να πάρω νερό από την βρύση της εκκλησίας. Τα παπούτσια μου έλιωσαν πριν λίγους μήνες και φορούσα στα πόδια μου δύο σακούλες για να μην κάνω θόρυβο. Τα ρούχα μου είναι αυτά που φορούσα όταν με συνέλαβαν. Όταν δεν μπορούσα να πάω στο χωριό επειδή είχε στρατό, το φαγητό μου ήταν χαρούπια και ακόμη ρίζες των δένδρων.
 
Να φανταστείτε, πως ενώ ήμουν φανατικός καπνιστής, για έντεκα μήνες δεν έβαλα τσιγάρο στο στόμα μου, γιατί στον στρατό μάθαμε πως ο τσιγάρος είναι προδότης».
Η πιο δραματική μέρα της ζωής του
«Η πιο δραματική μέρα της ζωής μου», συνέχισε ο Γρηγοράκης, «ήταν λίγες μέρες μετά την απόδραση μου. Πρόσεξα πολλούς Τούρκους στρατιώτες και ελικόπτερα στην περιοχή του λημεριού μου και αντιλήφθηκα ότι με κυνηγούσαν. Άκουσα να με φωνάζουν στα Ελληνικά, αλλά κατάλαβα ότι η προφορά αυτού που φώναζε ήταν ξένη. Τράβηξα προς το βάθος της σκοτεινής σπηλιάς και κρύφτηκα προσεκτικά. Δεν άφησα κανένα σημάδι στην σπηλιά που να άφηνε υποψίες ότι ζούσε ή πέρασε από εκεί άνθρωπος.
 
Όταν ήρθαν να με απελευθερώσουν βρισκόμουν στο σπήλαιο και συλλογιζόμουν. Άκουσα φωνές στα Ελληνικά. Στην αρχή φοβήθηκα ότι επρόκειτο για Τούρκους και ότι με ανακάλυψαν. Συνεχίζονταν οι φωνές και πείστηκα να βγω. Έβαλα τον σταυρό μου και βγήκα. Ήταν μια ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου. Όταν αντίκρισα τους επισκέπτες που ήρθαν να με απελευθερώσουν έκλαιγα από χαρά». 
 
«Η μητέρα μου με έχει ξεγραμμένο»
Μετά την απελευθέρωση του ο Στέλιος μεταφέρθηκε σε κλινική για περίθαλψη. «Η μητέρα μου με έχει ξεγραμμένο. Σε παρακαλώ γρήγορα στην μητέρα μου και τους δικούς μου στα Χανιά. Στείλε ένα τηλεγράφημα, τηλεφώνησε», έλεγε ο Στέλιος σε συγγενή της γυναίκας του στο Νοσοκομείο.
 
Με πολλή αγωνία πηγαινοερχόταν στους διαδρόμους της κλινικής Π. Χατζηκώστα στη Λευκωσία, αναμένοντας να φτάσει η γυναίκα του, Κατερίνα, και η κορούλα του, Χριστίνα. Οι συγγενείς, οι φίλοι και οι συγχωριανοί του, κατέκλυσαν την κλινική για να τον δουν και να τον αγκαλιάσουν.
Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας