Παρασκευή 13 Δεκ, 2019 | Επικοινωνία
trans gif

«Τρεις τελείες» για τη ζωή, την ποίηση, τη δημιουργία

Μικαέλλα Λοΐζου   07/10/2019 06:39
«Τρεις τελείες» για τη ζωή, την ποίηση, τη δημιουργία

«Τρεις τελείες» για τη ζωή, την ποίηση, τη δημιουργία

Μικαέλλα Λοΐζου   07/10/2019 06:39
«Το βιβλίο κινείται σε υψηλές ταχύτητες κι εναλλαγές. Έχει επιταχύνσεις, επιβραδύνσεις, μεγάλη ισχύ και τάση, αλλά η αφήγηση δεν ξεκουράζεται ποτέ. Όταν ρίχνει ταχύτητα είναι για να πάρει ανάσες». Με αυτά τα λόγια περιγράφει στον REPORTER το βιβλίο του «Τρεις τελείες» ο Χρήστος Α. Μιχαήλ.
 
Ο Χρήστος Α. Μιχαήλ, κατά κόσμον Χρίστος Μιχάλαρος, είναι συνάδελφος δημοσιογράφος στο Ράδιο Πρώτο. Με αφορμή τις «Τρεις τελείες» του, κάναμε μια συζήτηση χωρίς θαυμαστικά (γιατί οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους), στον επιβεβλημένο ενικό της οικειότητας, για τη ζωή, την ποίηση, τη δημιουργία. Για τη γενιά μας, που γεννήθηκε στις αλάνες και μεγάλωσε στις οθόνες, ψάχνοντας το δικό της μέτρο μέσα σε μεταβαλλόμενες παραμέτρους.
 
Λέει πως το αίσθημα θα πρέπει να κυκλοφορεί ελεύθερο ανάμεσά μας, να μοιράζεται, να κοινωνείται. Και οι «Τρεις τελείες», μία ποιητική σύνθεση που εκτείνεται σε ολόκληρο το βιβλίο, μέσα σε 64 στροφές, χαρακτηρίζονται από την κυκλοφορία αισθημάτων.
 
«Τρεις τελείες», τρία βιβλία. Ποια δύναμη τροφοδοτεί τη ζωή με αυτού του είδους τα σημεία στίξης;
Η ανάγκη μετά την επιτάχυνση να μπουν κάποιες παύσεις, να πάρουμε λίγο χρόνο για τον εαυτό μας, να σκεφτούμε πιο νηφάλια, πιο μετρημένα. Να πάρουμε μικρές ή μεγάλες αποφάσεις. Αγαπώ τις τελείες και μισώ τα θαυμαστικά, τόσο στη ζωή όσο και στην γραφή και στην δουλειά μου, η οποία εν πολλοίς συνδυάζει τα δύο πρώτα και τα εναλλάσσει, όχι πάντα αρμονικά.
 
Το βιβλίο κινείται σε υψηλές ταχύτητες κι εναλλαγές. Έχει επιταχύνσεις, επιβραδύνσεις, μεγάλη ισχύ και τάση, αλλά η αφήγηση δεν ξεκουράζεται ποτέ. Όταν ρίχνει ταχύτητα είναι για να πάρει ανάσες. Ούτως ή άλλως η ζωή τροφοδοτείται από τα λάθη, τα πάθη, τα κέρδη και τις ζημιές, τις κατακτήσεις και τις απώλειες και είναι καταδικασμένη να συνεχίσει να τα πράττει όλα αυτά φτου κι απ’ την αρχή, ειδάλλως δεν λογίζεται για ζωντανή ζωή. Η δύναμη της ανάγκης λοιπόν.
 
Επέλεξες να δημιουργήσεις στίχους με ομοιοκαταληξία αλλά μία ποιητική σύνθεση χωρίς, στην ουσία, κατάληξη, δεδομένου ότι η ροή είναι συνεχής σε ολόκληρο το βιβλίο και δεν πρόκειται για αυτοτελή ποιήματα. Γιατί προτιμάς αυτή την μέθοδο γραφής; Βρίσκεις το μέτρο σου στο έμμετρο; 
Οι περιορισμοί στην τέχνη της γραφής ευνοούν την δημιουργία, την απελευθερώνουν. Είμαι απ’ αυτούς. Αν και δεν γράφω μόνο έμμετρα και ομοιοκατάληκτα, όλα μου τα κείμενα έχουν ρυθμό και σπασμένα μέτρα. Είχα ανάγκη να νιώσω την φόρμα και να δημιουργήσω κοιτάζοντάς τη στα μάτια.
 
Εξάλλου, ο μέγιστος περιορισμός που υπάρχει στην ζωή και ο βασικός λόγος για τον οποίο το πέρασμά μας από αυτήν έχει κάποιο νόημα, είναι ακριβώς το τέλος της. Ξέρουμε ότι κάποια στιγμή θα παύσουμε κι αυτό μας κινητοποιεί να δημιουργήσουμε όσο προλαβαίνουμε.
 
Πέραν τούτου, ένα μεγάλο μέρος των καταβολών μου έχει να κάνει με το ελληνικό τραγούδι, το οποίο έχει δώσει υψηλή ποίηση. Πάντα με γοήτευαν οι ποιητές του τραγουδιού μας.
 
Όσον αφορά το μέτρο μου, όχι, αυτό δεν βρίσκεται στο έμμετρο, αλλά στην αναζήτηση της αλήθειας. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την επαγγελματική ιδιότητα του δημοσιογράφου, αλλά και με την εμμονή στην υπαρξιακή αναζήτηση, στις ψυχαναλυτικές διαδικασίες και στην πολιτική ματιά απέναντι σε γεγονότα που εν πρώτοις δεν έχουν πολιτικές γωνίες.
 
Γράφεις πως «Όλες οι λέξεις μου κυλούν επί ματαίω/δεν έχουν στόχο ή σκοπό ή συνοχή/εντός μου καίει ένα ηφαίστειο αναγκαίο/για σένα λίγο, μα στο βάθος του γενναίο. Πώς να σ’ το δείξω που η γραφή μου πειθαρχεί/σ’ ό,τι αντέχεις και μπορείς για αναγκαίο;». Πού έγκειται, αλήθεια, η γενναιότητα στην εκπλήρωση μιας μάταιης ανάγκης; Κι υπάρχουν, τελικά, ανάγκες που είναι μάταιες;
Τι σημαίνει «μάταιη ανάγκη»; Οι ανάγκες μας παραμένουν ανάγκες με τον τρόπο που ένας έρωτας παραμένει έρωτας, ακόμα κι αν είναι καταδικασμένος, σκοτεινός, δύσκολος ή απαγορευμένος. Όπως η πείνα. Είναι εκεί και σε καλεί να την ικανοποιήσεις, δεν υπάρχει «γιατί», υπάρχει μόνο «πρέπει» και χρόνος που σε ροκανίζει με το τικ-τακ του ρολογιού. Δεν έχεις καν το χρόνο και τη νηφαλιότητα να σκεφτείς, να ζυγίσεις και να βγάλεις συμπεράσματα. Υπάρχει εκείνη η δύναμη μέσα σου, η σχεδόν ζωώδης, η μη ορθολογική, η οποία σε κινητοποιεί να πράξεις. Θέλει χρόνο και πολλές αποτυχημένες προσπάθειες για να συνειδητοποιήσεις αν τελικά η διαδικασία της εκπλήρωσης είναι τόσο δύσκολη και κοστοβόρα που καθιστά την προσπάθεια μάταιη.
 
Από την άλλη -τι κλισέ- αν δεν πέσεις δεν θα σηκωθείς κι αν δεν σπάσεις αυγά ομελέτα δεν φτιάχνεις. Αλλά τα κλισέ είναι κλισέ διότι εκφράζουν μια αλήθεια, έστω και χιλιοειπωμένη. Όχι, καλή μου, δεν υπάρχει μάταιη ανάγκη.
 
Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο σου, μάλλον εντοπίζει τη ζωή του σύγχρονου τριαντάρη. Τις τάσεις φυγής, την αναζήτηση και την απώλεια του έρωτα, την πληγή, την φλόγα, τα μηδέν της γενιάς μας. Αισθάνεσαι ότι όντως λειτουργεί αντιπροσωπευτικά ή είναι αυστηρώς προσωπικό;
Συμφωνώ επί της αρχής με την προσέγγισή σου. Σε πρώτο επίπεδο είναι προσωπικό, αλλά όπως όλα τα προσωπικά, όταν τα βιώνουν πολλοί μαζί, μετατρέπονται σε συλλογικά. Με έναν αστερίσκο: το αίσθημα θα πρέπει να κυκλοφορεί ελεύθερο ανάμεσά μας, να μοιράζεται, να κοινωνείται.
 
Η δική μου η γενιά (πόσω μάλλον οι νεότερες) σταμάτησε να ζει έξω και κλείστηκε σε τέσσερις καπνισμένους τοίχους κοπανώντας πληκτρολόγια στην χαρά, στην στεναχώρια και στον θυμό της.
 
Κι αυτό δεν αφορά μόνο το σώμα, αλλά κυρίως το πνεύμα. Μεγάλωσε αλλιώς, την βρήκε η αλλαγή των κοινωνικών μέσων και της υπερπληροφόρησης και τώρα προχωράει διαφορετικά. Δεν έχω κανένα κόμπλεξ με την αλλαγή και την εξέλιξη, αλίμονο, απλώς βλέπω ότι από το «μοιράζομαι», περάσαμε στο «κρατάω ό,τι μπορώ για τον εαυτό μου». Αυτό έρχεται κόντρα στην κοινωνική φύση του ανθρώπου και τον καθιστά ευάλωτο και χειραγωγίσιμο. Η Ιστορία το έχει αποδείξει. Και μην μου πεις ότι βγάζοντας σέλφι και κάνοντας check-in ακόμα και στο σπίτι μας, μοιραζόμαστε συναίσθημα και κοινωνική ουσία.
 
Στόχος λοιπόν κάθε μορφής Τέχνης είναι να καταφέρεις να φτιάξεις το μήνυμά σου και να φέρεις τους υπόλοιπους κοντά, να τους συντονίσεις μαζί του. Έστω κι ένας αν συντονιστεί, έχεις κερδίσει κι εσύ και αυτός ο ένας. Η Τεχνολογία μας έδωσε το καλύτερο παράθυρο στον κόσμο. Δεν είναι κρίμα εμείς απλώς να ζωγραφίζουμε πάνω στα χνότα μας καρδούλες, αντί να το ανοίξουμε, να πάρουμε αέρα και να βρούμε τους άλλους;
 
Οι στίχοι σου μιλούν για προσωρινότητα αλλά την αποτύπωσες στη μονιμότητα του χαρτιού. Είναι αυτό η αντίφαση της ποίησης με την καθημερινότητα;
Είμαστε ούτως ή άλλως προσωρινοί. Εκείνο που θα μείνει, αν μείνει, είναι το καλό και το κακό που κάναμε στους άλλους. Είτε γραφτεί, είτε δεν γραφτεί στο χαρτί. Είτε το αναγνωρίσει κάποιος, είτε όχι. Σημασία έχει ότι καλώς ή κακώς επηρεάζουμε τις ζωές των άλλων, ζώντας μαζί τους μέσα σε μια καθημερινότητα η οποία -δεν είναι σχήμα λόγου- είναι σκληρή και αντιφατική στο μεγαλύτερο μέρος της. Άλλος με την δουλειά του, άλλος με την τέχνη του, άλλος με το όραμά του και άλλος απλώς επειδή λέει ωραία λογάκια ή την αγκαλιά του. Ξέρεις τι δύναμη έχουν για μερικούς ανθρώπους δυο όμορφες κουβέντες κι ένα βλέμμα που έρχονται την κατάλληλη στιγμή; Ή ένα μήνυμα, μια οθόνη που ανάβει αναπάντεχα μέσα στο σκοτάδι; Ξέρεις.
 
Παρουσίαση του βιβλίου
Σημειώνεται ότι το βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι, παρουσιάζεται, με την υποστήριξη του Σολώνειου Κέντρου Βιβλίου και του The Winery Wine Bar & Cellar, την Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2019, ώρα 19:00 στην μεσαιωνική αίθουσα «Καστελιώτισσα» στην Λευκωσία. Για το βιβλίο και τον ποιητή θα μιλήσουν:
 
-Κώστας Γουλιάμος, Πρύτανης Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου
-Σοφία Ιορδανίδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Δημοσιογραφίας και Επικοινωνίας στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου
-Γιώργος Κολοκασίδης, Δικηγόρος
 
Μουσική παρέμβαση από τον Γιώργο Καλογήρου.
 
 
Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας