Κυριακή 19 Ιαν, 2020 | Επικοινωνία
trans gif

Άνθρωπος δεν σημαίνει άνδρας-Η διάσταση του φύλου στο μεταναστευτικό

  14/11/2019 06:45
Άνθρωπος δεν σημαίνει άνδρας-Η διάσταση του φύλου στο μεταναστευτικό

Άνθρωπος δεν σημαίνει άνδρας-Η διάσταση του φύλου στο μεταναστευτικό

  14/11/2019 06:45
Τις καλές πρακτικές που εφαρμόζονται στις πόλεις για θέματα ένταξης μεταναστών επιδιώκει να καταγράψει το ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα Glimer, στο οποίο συμμετέχει και η Κύπρος, με έμφαση τη Λευκωσία. Το πρόγραμμα εστιάζει στη στέγαση, την ένταξη στην αγορά εργασίας, την εκπαίδευση και την διάσταση της ενσωμάτωσης του φύλου.
 
Όπως εξήγησε στον REPORTER η κοινωνιολόγος Μαρία Αγγελή, συντονίστρια προγραμμάτων στο Μεσογειακό Ινστιτούτο Μελετών Κοινωνικού Φύλου (MIGS), το πρόγραμμα συντονίζει το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε αυτό συμμετέχουν επίσης το Πανεπιστήμιο της Καλαβρίας στην Ιταλία και το Πανεπιστήμιο του Μάλμο στη Σουηδία. Η επιλογή του MIGS ως του συμβαλλόμενο μέρος έγινε ακριβώς για να μελετηθεί η έμφυλη διάσταση της μετανάστευσης.  
 
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει συνεντεύξεις και από εξυπηρετούμενους και από τους Δήμους, καθώς και μία μεθοδολογία που ονομάζεται «urban living labs» στην οποία οι ερευνητές περπατούν μέσα στην πόλη, συζητούν με τους ανθρώπους και κάνουν συναντήσεις και παρατηρήσεις.
 
Θα παραχθούν κάποιες ερευνητικές αναφορές και κάποια ακαδημαϊκά άρθρα, στη βάση μίας βαθιάς εξερεύνησης, για να διαφανεί τι δουλεύει και για ποιο λόγο δουλεύει σωστά. Στόχος είναι αυτό το ερευνητικό υλικό να μπορέσει να μεταφραστεί ακολούθως σε εθνική πολιτική, δηλαδή οι καλές πρακτικές που αποδίδουν σε μικροκλίμακα, να μπορούν να υιοθετηθούν από το κράτος και για να γίνει ανταλλαγή καλών πρακτικών ανάμεσα στις ευρωπαϊκές πόλεις.
 
Από την κουζίνα στο Μάλμο
στα σχολεία της Μεντιτσίνο
Η έρευνα αποφέρει καρπούς καθώς έχουν ήδη εντοπιστεί παραδείγματα καλών πρακτικών. Στο Μάλμο, μέσα από μία μελέτη, αντιλήφθηκαν ότι υπάρχει ένας μεγάλος γυναικείος μεταναστευτικός πληθυσμός, κυρίως από αραβικές χώρες, που ήταν αδρανές εργατικό δυναμικό. Αυτό δεν συνέφερε ούτε τις ίδιες ούτε το κράτος. Ρώτησαν μία ομάδα από αυτές τις γυναίκες τι ήξεραν να κάνουν, ποια είναι τα ενδιαφέροντά τους και τι θα ήταν ελκυστικό για αυτές και απάντησαν ότι ξέρουν να ράβουν, να μαγειρεύουν και να προσέχουν παιδιά.
 
Αντλώντας ευρωπαϊκά χρήματα, έστησαν μία επιχείρηση με δύο κουζίνες αραβικού φαγητού, μία vegetarian και μία με κρέας. Επειδή στη Σουηδία όλοι οι αιτητές ασύλου περνούν από πρόγραμμα εκπαίδευσης, για το οποίο μάλιστα πληρώνονται, τις εκπαίδευσαν στη σουηδική γλώσσα, στην υγιεινή, στη μαγειρική κτλ.. Η επιχείρησή τους είναι αυτοδιαχειριζόμενη, δηλαδή τη διαχειρίζονται οι ίδιες σε όλα τα επίπεδα, από τα λογιστικά μέχρι την καθαριότητα. Μεταξύ τους μιλούν στα Σουηδικά, ώστε να συνεννοούνται άτομα με διαφορετική χώρα προέλευσης. Πλέον λειτουργεί εδώ και αρκετά χρόνια και η επιχείρηση είναι βιώσιμη, με πολλούς πελάτες, που αξιοποίησε μεταναστευτικό πληθυσμό με θετικό τρόπο τόσο για τις ίδιες όσο και για την κοινότητα.
 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Αυξημένες οι ροές ασυνόδευτων παιδιών και έπεται συνέχεια
 
Αντίστοιχο παράδειγμα καλής πρακτικής είναι αυτό της πόλης Μεντιτσίνο στην Ιταλία, η οποία είχε παρακμάσει, καθώς ήταν απομακρυσμένη και δεν υπήρχαν δουλειές, αφού η ανάπτυξή της προηγουμένως ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την παραγωγή μεταξιού, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της να μειώνεται συνεχώς και να κινδυνεύουν να κλείσουν τα σχολεία.
 
Σε αυτή την πόλη δημιουργήθηκαν προγράμματα για ασυνόδευτα παιδιά. Οι ντόπιοι τα δέχθηκαν με μεγάλη χαρά, καθώς έτσι σώθηκαν τα σχολεία τους. Μέσα από αυτά τα παιδιά η πόλη άρχισε να ξαναγεννιέται και να αποκτά νέο πληθυσμό, ενώ τα ειδικά προγράμματα ανάπτυξης δεξιοτήτων που τρέχουν στα συγκεκριμένα σχολεία φαίνεται να αποδίδουν καρπούς, καθώς οι πρώτοι απόφοιτοι τους καταφέρνουν και μπαίνουν στα πανεπιστήμια και εργοδοτούνται από μεγάλες εταιρείες, ενώ ο τοπικός πληθυσμός είναι πολύ ικανοποιημένος από την αλλαγή.
 
Ένταξη για όλους
«Οι κοινωνικές σχέσεις δεν πρέπει να αφήνονται ποτέ στο έλεος του θεού. Γι’ αυτό έχουμε κράτος, για να μπορεί να κάνει πολιτικές, να σχεδιάζει πράγματα. Να υπάρχουν δείχτες παρακολούθησης, μακροπρόθεσμοι και βραχυπρόθεσμοι στόχοι, να γίνονται έλεγχοι, να ερωτώνται και οι  μετανάστες και ο τοπικός πληθυσμός πώς δουλεύει ένα πρόγραμμα γι’ αυτούς. Να νοιώθουν οι πολίτες ότι το κράτος είναι κοντά τους. Τόσο σε αυτούς που έρχονται όσο και σε αυτούς που τους υποδέχονται. Χωρίς τη στήριξη του κράτους είναι πολύ δύσκολο να δουλέψει οτιδήποτε», τονίζει η κ. Αγγελή.
 
Η Κύπρος παραπονιέται ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί τη μεταναστευτική της ροή, ωστόσο δεν έχει προβεί στους απαραίτητους σχεδιασμούς ούτε στην υιοθέτηση καλών πρακτικών του εξωτερικού, όπως τα παραδείγματα πιο πάνω. «Χρειάζεται πολιτική, όχι φιλανθρωπία», υποδεικνύει η κ. Αγγελή.
 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: «Mας σχολίασαν στη γειτονιά όταν μπορέσαμε να αγοράσουμε ένα αυτοκίνητο»
 
Ένα θέμα που προκύπτει από τις έρευνες για την ένταξη είναι η απουσία στρατηγικού σχεδιασμού. Αυτό για τη μετανάστευση και τους αιτητές ασύλου δεν έχει συμβεί ποτέ, επειδή η Κύπρος ακολουθεί την πολιτική της δεκαετίας του 1980 με το μοντέλο των επισκεπτών εργαζομένων, όταν πρωτοανοίξαμε τα σύνορα. Συνεπώς, η σημερινή ανταπόκρισή μας αντέγραψε ένα μοντέλο που δεν είναι κατάλληλο ούτε σχεδιάστηκε για αιτητές ασύλου. Μέσα από το Glimer μελετήθηκαν πολλά μοντέλα πόλεων που ανταποκρίθηκαν με εντελώς διαφορετικό τρόπο και κουλτούρα και από τις οποίες μπορούμε να αντλήσουμε διδάγματα.
 
Τυφλές ως προς το φύλο
Οι πολιτικές στην Κύπρο, αλλά και σε αρκετές χώρες του εξωτερικού, για τους αιτητές ασύλου είναι τυφλές ως προς το φύλο. Όπως εξήγησε η κ. Αγγελή, δεν μπορείς να κάνεις οποιαδήποτε πολιτική χωρίς να ενσωματώνεις τη διάσταση του φύλου και οι περισσότερες πολιτικές σχεδιάζονται με μία γενικευτική αντίληψη του ανθρώπου ως άνδρα.
 
Ο υφιστάμενος σχεδιασμός στην Κύπρο δεν λαμβάνει υπόψιν του τον διαφορετικό αντίκτυπο, τις διαφορετικές ανάγκες και τα διαφορετικά ρίσκα των προσφύγων, που έχουν να κάνουν τόσο με το σώμα τους και τις βιολογικές τους ανάγκες (πχ εγκυμοσύνη, περίοδος), όσο και με την αίσθηση ασφάλειας και με κοινωνικά χαρακτηριστικά, πχ με τη βία κατά των γυναικών.  
 
Την ίδια στιγμή δεν καταγράφονται σωστά στοιχεία για αυτούς τους ανθρώπους, πχ για τις γνώσεις τους, την εμπειρογνωμοσύνη τους και τους τρόπους που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στην κυπριακή κοινωνία και οικονομία. Αυτά συμβάλλουν στη δημιουργία ενός αδρανούς πληθυσμού, κυρίως σε ό,τι αφορά τις γυναίκες, οι ανάγκες και οι ειδικές συνθήκες των οποίων δεν καταγράφονται και δεν λαμβάνονται υπόψη στην παραγωγή πολιτικής.
 
Ακόμη κι όταν γίνεται διάλογος, γίνεται από τους ανθρώπους που παράγουν πολιτική στην Κύπρο, που είναι στην πλειοψηφία τους άντρες, και από άνδρες πρόσφυγες που αυτοδιορίζονται ως εκπρόσωποι των κοινοτήτων τους. Αν θέλουμε να ακούγονται και γυναικείες φωνές, πρέπει κάποιος να τις ψάξει. Πρόκειται για γυναίκες που έζησαν ένα απίστευτο ρίσκο στη ζωή τους και είναι πολύ δυνατές αλλά δεν τις αντιμετωπίζουμε ως ίσους ανθρώπους μέσα από αυτές τις διαδικασίες και δεν τους δημιουργούμε το πεδίο να προσφέρουν και να ενταχθούν.
  
Ένα παράδειγμα αυτής της κατάστασης είναι ότι τα περισσότερα μαθήματα εκμάθησης ελληνικής γλώσσας είναι απογευματινά. Ξέρουμε, όμως, ότι αυτές οι γυναίκες, είναι κατά πάσαν πιθανότητα οι κύριες φροντίστριες των παιδιών τους. Πού θα αφήσουν τα παιδιά τους το απόγευμα για να κάνουν μαθήματα Ελληνικών; Εάν ο άντρας τους βρίσκεται στη δουλειά, δεν έχουν καμία επιλογή απασχόλησης ή φροντίδας των παιδιών τους. Το σύστημα θεωρεί τόσο τυφλά ότι ο άνθρωπος είναι άντρας, που δεν λαμβάνει υπόψη του αυτές τις ανάγκες των γυναικών, με καταστροφικά αποτελέσματα και για τις ίδιες για την οικονομία, αφού παραμένουν απομονωμένες και δεν μπορούν εύκολα να εργαστούν χωρίς να γνωρίζουν την γλώσσα.
 
Πέραν της γλώσσας, υπάρχει και ζήτημα με την εργοδότηση. Για παράδειγμα υπάρχει η αίσθηση ότι κάποιες γυναίκες απορρίπτουν τις ευκαιρίες που προκύπτουν για δουλειά, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν τα επιδόματά τους. Όταν, όμως, προτείνεις σε μία γυναίκα, που ζει στο κέντρο της Λευκωσίας, να πάει να εργαστεί σε μία φάρμα στο Δάλι, ενώ δεν υπάρχει κατάλληλη συγκοινωνία και τα παιδιά της φοιτούν στο σχολείο στη Λευκωσία μέχρι το μεσημέρι, χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος να αναλάβει την φροντίδα τους και λέει όχι, είναι πράγματι άρνηση εργασίας; Αντιθέτως, αυτά είναι ξεκάθαρα πρακτικά εμπόδια, που δεν επιτρέπουν την ένταξη γυναικών προσφύγων στην αγορά εργασίας και για τα οποία δεν αναζητούμε λύσεις που να είναι συμβατές με τις πραγματικές συνθήκες.
 

Στο παράδειγμα καλής πρακτικής του Μάλμο, δημιουργήθηκαν δουλειές εκεί που ζούσαν οι γυναίκες, κατάλληλες για αυτές και συμβατές με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις τους. Οι δουλειές που είναι διαθέσιμες για αιτητές ασύλου στην Κύπρο δεν είναι απαραίτητα κατάλληλες για γυναίκες σε ευάλωτη θέση ή για γυναίκες με παράλληλες υποχρεώσεις χωρίς άλλου είδους υποστήριξη. Κι αυτό δημιουργεί μεγαλύτερη οικονομική εξάρτησή τους από τους άντρες, ιδιαίτερα εάν τα επιδόματα δεν δίνονται ατομικά αλλά οικογενειακά και δεν έχουν καμία δυνατή πηγή εισοδήματος.
 
Επίσης δεν μελετάται καθόλου τι είδους βία μπορεί να έχουν υποστεί αυτές οι γυναίκες στο ταξίδι τους, πριν καταλήξουν στην Κύπρο, και τι είδους στήριξη μπορεί να χρειάζονται, ενώ γνωρίζουμε πόσο πρόσφορο είναι το έδαφος για ανάπτυξη έμφυλης βίας στο πλαίσιο της διαδικασίας διακίνησης των προσφύγων. Από τη στιγμή που έχουμε την ευθύνη να υποδεχθούμε αυτά τα άτομα και να τα εντάξουμε στην κοινωνία μας, οφείλουμε να γνωρίζουμε. Κι όμως υπήρξε περίπτωση γυναίκας που ήρθε με καθεστώς θύματος εμπορίας προσώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και τοποθετήθηκε σε ένα ξενοδοχείο που χρησιμοποιείτο ως οίκος ανοχής.
 
Ακόμα και ζητήματα όπως πού βρίσκονται οι τουαλέτες ή τα φώτα σε έναν χώρο φιλοξενίας προσφύγων έχουν τη δική τους σημασία σε αυτό το πλαίσιο. Κι η Κύπρος έχει πολύ δρόμο να διανύσει…
 
Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας